- -

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

ΠΕΡΙ ΞΕΣΗΚΟΜΟΥ, ΔΙΑΔΙΚΤΙΟΥ, ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΧΕΤΙΚΑ.

geliogr.jpg

Επ! σε τσάκωσα πάλι.


Φέρ' το σκονάκι εδώ.

Δεν έχω κύριε.

Φέρτωωωω.

Μια ζωή η ίδια ιστορία στο γυμνάσιο.

Το έβρισκε, απ' τ' αυτί, και στο γραφείο.

Πάλι εσύ εδώ παιδί μου;

Κι άρχιζα τότε εγώ τους μονολόγους υπεράσπισηςd

Μα κύριε μόνο εγώ αντιγράφω. Τούτη η χώρα μια ζωή αντιγράφει τους ξένους, εγώ σας πείραξα, Και πώς αντιγράφει, Χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ' άλλα δηλαδη.

Έτρωγα ένα φούσκο, κι έτσι κουτσά στραβά πέρναγα τη χρονιά. Και τι να έλεγε κι αυτός αφού ήξερε ότι έτσι είχαν τα πράγματα κι ότι είχα δίκιο.

Έτσι λοιπόν σαν κομπλεξαρισμένη αντιγραφέας μαθητριούλα μπήκε η Ελλάδα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤd Φόρεσε τα καλά της, βγήκε στο πανηγύρι, και μάλιστα χωρίς να ξέρει μπήκε και στο χορό. (Εκείνο το είμαστε πενήντα χρόνια πίσω, το είχε πλάκωμα μέσα της χρόνια και ζαμάνια ). Ξεπατικάρησε τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (α ρε αθάνατο Ελληνικό δαιμόνιο όλους θα τους περάσω εγώ, θα δεις) και νάτη μπήκε στο κόλπο πια για τα καλά. Γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει, πληκτρολογεί ασύστολα μαλάκες, πούστηδες, σκατά μέχρι και τρεις φορές ημερησίως σαν αντιβίωση με συνταγή, κι ειν' επιτέλους ευτυχής που εκφέρει λόγο αιρετικό.

Η Ελλάδα ως γνωστόν μπορεί να μην διαβάζει,- εξ άλλου εδώ οι υπουργοί δεν διαβάζουν -κι όπως δηλώνουν δε διάβασαν ούτε για το μνημόνιο. Αλλά γράφει και σχολιάζει. Και άμα δεν σχολιάζει, Ε! τότε παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, μπλόκ, προφίλ, γιουτούμπια . Αν ήτανε ευρώ οι φεϊτσμπουκάδες θα είχαμε βγει σίγουρα απ' την κρίση .Την γνωστή κρίση. Που μας έχει φέρει στη φτώχεια και την ύφεση. Και εναντίον της οποίας κάποια στιγμή θα πρέπει να ξεσηκωθούμε. Και όχι μέσα απ' τις οθόνες . Γράψε, κοινοποίησε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε ξαναγράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ναι αδερφέ έτσι έγινε στην Ελλάδα το ΙΝΤΕΡΝΕΤ, δουλεύει ως αδιόριστος διαχειριστής οργής. Ως ασπίδα τάχα στην αδικία και την ανομία που επιτίθεται πια ανοιχτά και απροκάλυπτα.

Ο ξεσηκωμός πατριώτη θέλει κώλο κι αντίκωλο. Θέλει αυταπάρνηση. Κάτι που δεν υπάρχει σ' αυτό το «τσούρμο» που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που χάνουμε στο Ιντερνέτ αντιδρώντας τάχα ενάντια στην ύφεση και το γκρέμισμα της κοινωνίας και της χώρας είναι διπλάσιος από αυτόν που θα χρειάζονταν για δράση μιας πραγματικής μορφής κι όχι μιας ψεύτικης- εικονικής. Θυμώνεις, βρίζεις, κατεβάζεις καντήλια, λυπάσαι, θλίβεσαι και τίποτα δεν κάνεις. Κι όταν σε παίρνει ο ύπνος στη καρέκλα, και το κλίνεις το ρημάδι μετά από δέκα σχόλια, μια σοβαρή ανάρτηση, δέκα βρισίδια τρία μπράβο, δύο αφιερώσεις για την γκόμενα στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα καντιλανάματα για το πώς μας κατάντησαν, νομίζεις ότι έχεις κάνει το καθήκον σου.

Αμ δε. Ψεύτικο άλλοθι απέκτησες. Τα κλικ μονά- διπλά δεν διώξαν την ομίχλη. Πάλι με το ποντίκι έμεινες στο χέρι, και με τα συναισθήματα πάντα να τα σκεπάζει η καταχνιά.

Μπούτιβας Κώστας (Καστρινός)

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ.

agel.jpg

Ορέ δεν έμεινε τίποτα όρθιο σου λέω. Και κάθε μέρα όλο και κάτι χάνεται. Καλά ... τα λεφτά χαθήκανε από καιρό μαζί με το φιλότιμο των πολιτικών. Εκείνες  οι ξεφτιλισμένες  οι Αλκυονίδες μέρες του Γενάρη που ζέσταιναν τέτοια εποχή λιγάκι το κοκαλάκι μας, φέτος γιατί χαθήκανε κι αυτές; Μαζί με τις όποιες αντοχές μας, τη ψυχραιμία μας, και το καυστήρα του καλοριφέρ; Έλα να σε φιλοξενήσω ένα βράδυ στην ΄΄Αλάσκα μου'' και ύστερα τα ξαναλέμε. « Δώσε ρε φίλε λίγο έστω πετρέλαιο κι όταν μαζέψουμε θα πληρωθείς. Δώδεκα χρόνια από σένα παίρνουμε ,» Όχι αδερφέ ο βερεσές κομμένος. Στο Βενιζέλο πως τα' ακούμπησες.

Κατέβασα καντήλια και καντήλια κάθε βράδυ μήπως με τούτα ζεσταθώ. Σωρό καντήλια, στο διαχειριστή ,στο βεντζινά και στους συγκάτοικους που δεν πληρώνουνε,  μα πάλι τίποτα.  Κι έχω και τη κυρά που μουρμουρίζει πάνω απ' το κεφάλι μου : « Μη βρίζεις ρε άνθρωπε υπάρχουν και χειρότερα» Ναι υπάρχουν, αλλά  υπάρχουν και καλύτερα. Γιατί δε λες ποτέ γι' αυτά;

Κατάλαβες τώρα φίλε γιατί έχω καιρό να γράψω. Κάτω απ΄το πάπλωμα το λάπτοπ δε βολεύει. Κρύο ρε φίλε, κάθε βράδυ, τόσο που δε μπορώ ούτε να κοιμηθώ. Και να μετράω κάθε βράδυ λάθη, παραλείψεις, τύψεις, ενοχές, χρέη, τόκους και μεροκάματα απλήρωτα σαν προβατάκια που μετράνε λέει, ο ύπνος να με πάρει, κι αυτά να γίνονται κριάρια και τραγιά με κέρατα στριφτά να με κουντράνε.

Μετράω και ξαναμετράω ερωτήματα, ανασύρω στιγμές, αποφάσεις, σταυροδρόμια που τράβηξα για κάλπες, δεξιά στους δυο μεγάλους τάχα για ασφάλεια και όχι αριστερά, όχι μεγάλα στη ζωή μου που δεν είπα, στιγμές και ερινύες που αιωρούνται τώρα ακίνητες.

Κουνήσου, γαμοσταυρίζω το ρολόι. Κουνήσου,  μπας κι αλλάξει τίποτα, κουνήσου, να βγει  τουλάχιστον ο ήλιος, κουνήσου η μέρα να φανεί. Κουνήσου, μέχρι να 'ρθει η άνοιξη.

ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΝΟΙΞΗ;

                                                                                  Καστρινός

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΣΙΓΑΡΟ.(Επίκαιρο Διήγημα)

ΑΑΑ.jpg

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΣΙΓΑΡΟ.(Επίκαιρο Διήγημα)

Κείτονταν του θανάτου, στο φουρνοκάλυβό του ο μπάρμπα Μήτρος. Τοιμάζονταν, έρμος και μόνος για το μεγάλο αγύριστο ταξίδι. Παιδιά σκυλιά ποτέ δεν είχε, ποιός να γνοιαστεί  γι' δαύτον ποιά! Κι αν ήθελε λιγάκι να φωνάξει, ούτε φωνή είχε ούτε δύναμη.

Και δεν μπορούσε να γυρίσει ούτε  δώθε ούτε κείθε. Aπόμεινε μονάχα να κοιτάζει το κενό.

Παρ' όλα αυτά είχε τις αισθήσεις του και άκουγε σ' αυτή την ερημιά του και τον παραμικρότερο το θόρυβο. Τον αγέρα πού 'δερνε του σχολείου τους ευκάλυπτους,  το σούρσιμο των ποντικιών , τη μουσική πέρα απ' το φραγκομαχαλά που έπαιζε τα κάλαντα, και τη δικιά του αποσωμένη ανάσα. Και τούτο δω τον έσκιαζε περσσότερο.  

Ξάφνου , εκεί στο λήθαργο του σα ν' άκουσε πατημασιές. Ζωήρεψε και άνοιξε τα μάτια. Κάποιος έρχεται σκέφτηκε μ' ανακούφιση. Πριν όμως καλοσυνέρθει  και ανοίξει τα βαρεμένα μάτια του, τα βήματα ξεμάκρυναν κι έσβησαν ψηλά κατά το μοναστήρι. 'Έριξε τότε το κεφάλι του απογοητευμένος στο προσκέφαλο κι απόμεινε έτσι κούτσουρο, σαν πριν. Μα τούτο δω το σύννεφο μπροστά του που έβλεπε τι ήταν; Ομίχλη να 'ταν; Σύννεφο τ' ουρανού; Να 'φυγε από τούτη τη ζωή και να 'φτασε ψηλά στην άλλη; « ¶ιντε, καλό ταξίδι Μήτρο τόσα ήτανε τα ψωμιά σου. Τράβα τώρα στον ¶γιο Πέτρο να σε κρίνει ». Μα εκεί πού σταύρωνε τα χέρια του στο στήθος, του ήρθε στη μύτη εκείνη η μυρουδιά.

«Καπνός από τσιγάρο σκέφτηκε»  άραγε ήτανε ακόμα ζωντανός! ΧαΧα.

Και τότε του 'ρθε η αποθυμιά ενός τσιγάρου. Ρούφηξε μια

τον αέρα με όση δύναμη είχαν τα πνεμόνια του. Αιιιι  τ'απολάμβανε

'Όσο η μυρωδιά του καπνού στριφογυρνούσε μέσα στο καλύβι του

θα ζούσε λέει. Τι είναι ό άνθρωπος!

 Όλη του τη ζωή την πέρασε στα καπνοτόπια κι είχε ποτίσει μέχρι το συκώτι του η πίκρα και η τυράγνια  του καπνού.

Μια ζωή έτσι στον παιδεμό όπως την κληρονόμησε απ' τον πατέρα του και τον παππού του, μ' αυτή την άτιμη τη φύτρα τον καπνό, που ούτε τρώγεται, ούτε καρπός γίνεται να τον γευτείς. Πίκρα και κόλλα στο ρούχο τους, στα χνώτα τους, στο κορμί και τα πνεμόνια τους.

'Έτσι, πάππου προς πάππου τούτη η κωλοζωή  στο Αγγελόκαστρο.

Μια ρουφηξιά τσιγάρου κράτησε, όσο κι ετούτος ο καπνός του διαβατάρη  στα πνεμόνια του!

Πόσοι σαν κι αυτόν πεθαίνουν, γέροι μόνοι κι αβοήθητοι σήμερα, χρονιάρα μέρα παραμονή των Χριστουγέννων.

Εξαντλημένος έκλεισε τα βλέφαρα. Ένα τσιγάρο να'χε ρε γαμώτο. Ένα στριφτό κωλοτσιγάρο, ότι να' τανε.

Στη σκέψη αυτή ήταν που μισάνοιξε η πόρτα.

Χρόνια πολλά παππούλη και του χρόνου. Ήτανε το παιδί απ΄ τη μουσική που μάζευε τα χρήματα.

Ένα τσιγάρο δώς μου παλληκάρι μου, ένα τσιγάρο μοναχά, και τράβηξε ένα μάτσο με λεφτά απ' το μαξιλάρι του.

Του άναψε ένα ο μουσικάντης, πήρε ένα χαρτονόμισμα απ' τα λεφτά, ευχήθηκε χρόνια πολλά κι έκανε τον κατήφορο.

Το κάπνισε όλο ο μπάρμπα Μήτρος μέχρι που κάηκε ολοκληρωτικά στο χέρι του. Και όταν έφυγε και πάει κι καπνός κι έγινε αέρας, τότε χωρίς απελπισία σταύρωσε τα χέρια του.

Αι πάμε Μήτρο είπε. Και έτσι ήρεμος ξεψύχησε.

                                                                                Κώστας Μπούτιβας.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΕΟΙ.

@ 2 1..1.jpg

Από μικρό παιδί μόνο τρία πράγματα μ' αρέσανε απ' τις γιορτές. Το κλείσιμο των σχολείων, το σταυροκόνι που πάντα είχα κωλοφαρδία και ήμουνα πάντα ματσωμένος τέτοιες μέρες , και οι καλικάτζαροι. Τα καλικατζάρια τα γούσταρα πολύ. Γιατί όπως μας έλεγε η βάβω αυτά ήταν όλο διαολιά σαν εμάς, (τότε που ήμασταν παιδιά), χωρίς όμως να κάνουν ποτέ σοβαρό κακό στους ανθρώπους. Πάντα ροκάνιζαν το δέντρο της γης, να την γκρεμίσουνε και να γελάσουν. Κι εγώ τις νύχτες αφουγκραζόμουνα στη σιωπή, κρατώντας την ανάσα μου, να καταλάβω αν προχωρούσε η δουλειά τους, κι αν φέτος θα προλάβαιναν ή πάλι θα έφταναν τα Φώτα και θα πήγαινε τζίφος πάλι η προσπάθεια;   Κι όταν μεγάλωσα κατάλαβα πως τζίφος πήγαινε σ' αυτό το τόπο η κάθε προσπάθεια. Μπάχαλο η κατάσταση, και φτού και πάλι απ' την αρχή. Όμως τώρα τα περιθώρια στένεψαν πια. Φέτος τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Φέτος περιμένω τα Καλικαντζάρια με την ίδια προσμονή που τα περίμενα όταν ήμουν μικρός. Φέτος περισσότερο από ποτέ περιμένω αυτά τα μπάσταρδα τα καλικαντζάρια να κάνουν καλά τη δουλειά τους, να  προλάβουν να ροκανίσουν το ρημάδι το δέντρο της γης, να πέσει μια και καλή να γκρεμιστεί  τέτοιο που είναι, και να ξαναχτιστεί από την αρχή καινούριο, και διαφορετικό. Φέτος περισσότερο από ποτέ, θέλω να  βάλω κι εγώ ένα χεράκι, έτσι καλικάτζαρους που μας κατάντησαν, να δώσω εγώ την τελευταία δαγκωματιά στο δέντρο της γης. Και να βγω έξω στο δρόμο μες τη βροχή και το κρύο και να φωνάξω: «Αφήστε τσ' καλικαντζαρέους ρεεε! Αφήστε τους να κάνουν τη δουλειά τους! Μπας και γκρεμιστεί το κωλόδεντρο  και φυτρώσει κάνα καλύτερο! Δε σωνόμαστε αλλιώς πατριώτες.»

Κώστας Καστρινός.

 

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

ΣΚΟΥΠΙΔΟΧΛΙΔΑΤΟΙ.

##### 1.jpg

Τη φωτογραφία με τον καλοντυμένο κύριο που ψάχνει στα σκουπίδια, έκατσα σήμερα τ' απόγευμα και την έκανα πίνακα ζωγραφικής με τον τίτλο «Σκουπιδοχλιδάτος». Ένας πίνακας που σηματοδοτεί επακριβώς τη μαύρη εποχή που ζούμε, και που ποιος ξέρει ακόμα που θα οδηγηθούμε.

Διάβασε κι ετούτα εδώ τα παρακάτω έχουν κι αυτά  ενδιαφέρον. Κάθε τέτοια εικόνα που θα βλέπεις από εδώ και πέρα, μη σε γεμίζει με απορία. Η γεμάτη μ' ενοικιάζεται και πωλείται κολόνα μη σε γεμίζει με απορία.  Και πού είσαι ακόμα. Ακόμα είσαι στην αρχή. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι σκαφάτος. Είσαι και τι δεν είσαι. Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία βαράνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Σφυρίζουν οι τσοπάνηδες  και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε.  Κάθε στροφή και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις λέει αυτά του παρελθόντος σου και την μαγκιά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Το μεροκάματο καλό και η μόδα ήτανε η αρπαχτή. Τώρα η μόδα είναι λέει η επιστροφή στις αξίες. Ρε αϊ στο διάολο. Φτάνουν αυτά γι' απόψε, πάω για ύπνο. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανοτουριστική επανάσταση στην Ελλάδα κι ότι ξεκίνησε το τρένο της «ανάπτυξης». Καλό μεσαίωνα. Καλή σας νύχτα.

 Κώστας Καστρινός.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

"ΤΑ ΝΙΚΟΛΟΒΑΡΒΑΡΑ" Γιορτές μεγάλες του Δεκέμβρη.

Iκαμπανες 1.jpg

Μεγάλες γιορτές του Δεκέμβρη, στο έμπα του Χειμώνα. Πλήθος οι δοξασίες, οι παροιμίες και τα έθιμα του λαού μας, που έχουν σχέση μ' αυτές. Συνήθως σ' αυτές έρχονταν τα πρώτα δυνατά κρύα οι πρώτες παγωνιές και χιονοπτώσεις κι έτσι ήτανε σημαδιακές ειδικά για τον άνθρωπο της υπαίθρου, τον άνθρωπο που πάλευε καθημερινά με τα στοιχεία της φύσης, που ζούσε στο  πετσί του τις αλλαγές του κλίματος και τον εποχών.  οι γιορτές αυτές είναι τόσο συνδεδεμένες με τον ερχομό της βαρυχειμωνιάς, που ο λαός μας έλεγε σαν παροιμία:  «Απ'τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει κι ο Χειμώνας»                                                                                                                                                                                                              Η αγία Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου) θεωρείται προστάτης των παιδιών από την ευλογιά και τις άλλες εξανθηματικές αρρώστιες. Σε ορισμένα μέρη συνήθιζαν την ημέρα της γιορτής της, καθώς και σε περίοδο επιδημίας, να κάνουν μελόπιτες και να τις μοιράζουν στα σπίτια ή να τις αφήνουν σε σταυροδρόμια, ώστε αν έρθει η αρρώστια να είναι γλυκιά, ήπιας μορφής.                                                                                                                                                                                                 5 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τον ¶γιο Σάββα, τον ¶γιο Σάββα που "σαβανώνει" καθώς λέει το όνομά του:  "Η Αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο ¶η-Σάββας σαβανώνει κι ο ¶η-Νικόλας παραχώνει." Η παροιμία βέβαια αναφέρεται στο χιονιά, κατά μία άλλη όμως εκδοχή ο ¶η Σάββας σαβανώνει τους νεκρούς και τους τοιμάζει  για τον κάτω κόσμο, ενώ, από την άλλη, προσπαθεί να απομακρύνει το θάνατο από τους ζωντανούς, ως άγιος προστάτης και θεραπευτής. Αυτή τη μέρα σε μερικές περιοχές, συνηθίζουν να φτιάχνουν φάβα στη μνήμη του, κι όπως λέει μια λαϊκή παροιμία "Του ¶η-Σάββα, τρώνε φάβα!"                                                                                                                                                                                       Ο άγιος Νικόλαος (6 Δεκεμβρίου) είναι ο κύριος του υγρού στοιχείου και ο προστάτης των θαλασσινών, οι οποίοι με πολλούς τρόπους εκδηλώνουν την ευγνωμοσύνη τους σ' αυτόν. Στις λαϊκές παραδόσεις ο άγιος περιγράφεται με ρούχα βρεγμένα από αρμύρα, γένια που στάζουν θάλασσα και μέτωπο ιδρωμένο από την προσπάθεια του να τρέξει παντού, όπου κινδυνεύει πλεούμενο.                                                                                                                                                                                                               Ο άγιος Ελευθέριος (15 Δεκεμβρίου) τιμάται με αργία από τις έγκυες γυναίκες, για να τους χαρίζει «καλή λευτεριά». Για τον ίδιο λόγο τον τιμούσαν και οι μαμές, οι οποίες μάλιστα, πηγαίνοντας στις ετοιμόγεννες, κρατούσαν για βοήθεια ένα εικονισματάκι του  Αγίου.                                                                                                                                                         Ο άγιος Μόδεστος, τέλος, που τ' όνομά του θυμίζει το «μόδι» (μονάδα μέτρου για τα δημητριακά παλαιότερα), θεωρείται προστάτης των βοδιών και των άλλων ζώων και οι γεωργοί τον τιμούσαν εκείνα τα χρόνια με αργία και διάφορες εκδηλώσεις (λειτουργίες κτλ.) την ημέρα της γιορτής του (16 ή 18 Δεκεμβρίου δεν είμαι σίγουρος). Η αργία τους επέτρεπε να περιποιηθούν με μεγαλύτερη φροντίδα τα ζώα τους, που κουράστηκαν τον προηγούμενο καιρό της σποράς.                                                                                                                                                                                                                           Με τις γιορτές αυτές και προπαντός με το Δωδεκάμερο που έρχεται κατόπιν, (Χριστούγεννα μέχρι Φώτα) χαλαρώνει ο έντονος ρυθμός της καθημερινής ζωής, παίρνοντας ένα χαρούμενο και αισιόδοξο τόνο. Παλαιότερα οι μέρες αυτές, με τις παραδοσιακές αργίες και την όλη εθιμολογία τους, έδιναν την ευκαιρία σ' όλους για διασκέδαση και κοινωνική επαφή. Τα τελευταία χρόνια οι γιορτές, με τις σύγχρονες συνήθειες και τις επίσημες πια αργίες,  έδιναν την ευκαιρία στους κατοίκους των πόλεων να βρεθούν στα πατρικά τους σπίτια κοντά στη φύση και να συνδεθούν νοσταλγικά με το παρελθόν. Τούτο το κακό όμως που βρήκε τον τόπο μας μ' αυτή τη διαρκή οικονομική κρίση αμφιβάλω αν κι αυτό το υποτυπώδες θα είναι πια από δω και πέρα εφικτό.   Καστρινός.

 

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ.

Image6.jpg

Η ανακοίνωση έγραφε με μαρκαδόρο κάτω στην είσοδο. Αύριο Δευτέρα που είναι και τα μαγαζιά κλειστά ελάτε στις 7 η ώρα σε συνέλευση για να τα βρούμε για τη θέρμανση. Έλεος πια. Ο Διαχειριστής.

Πήγα λοιπόν με κρύα την καρδιά, και με πιο κρύα τα ποδάρια και την τσέπη.. Θέμα: οι ώρες θέρμανσης της πολυκατοικίας και η διακοπή της παροχής στους ευροπνίχτες -κακοπληρωτές.

 -Κυρίες και κύριοι πέρυσι καίγαμε επτά ώρες φέτος πρέπει να περιοριστούμε στις τέσσερες η πέντε και έχει ο Θεός .

 -Ο Θεός μπορεί να έχει αλλά τα δίνει αλλού!

 -Ακούω προτάσεις .

-Τρεις με πέντε το μεσημέρι μόνο όταν θα κάνει κρύο τσουχτερό, κι επτά με έντεκα το βράδυ κάθε μέρα.

-Και τα παιδάκια το πρωί πως θα πάνε σχολείο;

 -Και τι μας νοιάζει για τα δικά σου τα παιδιά. Μαζί τα κάναμε:

-Κύριε , η αγωγή μου δεν μου επιτρέπει να χειροδικήσω. Μην το εκμεταλλεύεστε όμως αυτό.

- Η δική μου όμως το επιτρέπει. Έλα εδώ αν σου βαστάει, να σου μπάσω το διάολο μέσα σου!

-Κύριοι δεν θα λύσουμε εδώ τις διαφορές μας. Ήρθαμε να βρούμε μια λύση. Προτείνω να κόψουμε μια ώρα το βράδυ και να την βάλουμε έστω για λίγο το πρωί.

 -Και γιατί να κόψουμε ώρες το βράδυ πετάχτηκε η κυρία του έκτου. Εμείς κρυώνουμε και τουρτουρίζουμε εκεί πάνω.

-Τι θα πει γιατί; Γιατί δεν έχουμε όλοι λεφτά σαν τον άντρα σου το αρχιλαμόγιο.

 -Τι είπες ρε τσόλι που θα πεις τον άντρα μου λαμόγιο.

 - Κυρίες μου σας παρακαλώ. Όποιος θέλει περισσότερη θέρμανση ας βάλει ερκοντίσιον. Εδώ μιλάμε για την υποχρεωτική.

-Κύριε διαχειριστά εγώ συμφωνώ με τις ώρες άλλα τα λεφτά θα σας τα δώσω το καλοκαίρι!

 -Και τι είμαι εγώ ρε φίλε; Η τράπεζα Πειραιώς;  Εξ άλλου χρωστάς από πέρυσι.

 -Ναι αλλά με βγάλανε στην εφεδρεία.

 -Να πας στο χωριό σου στον πατέρα σου που σε διόρισε στα τραίνα, αν δεν μπορείς να συντηρήσεις ένα διαμέρισμα πετάχτηκε η κυρία του τρίτου. Εδώ δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Θα σου σφραγίσουμε τα σώματα , θα πληρώνεις το 30% και κάθε βδομάδα θα έρχομαι απροειδοποίητα να βλέπω αν είναι κλειστά!

-Δεν πας καλύτερα να βλέπεις τον αδελφό σου τα βράδια στη Συγγρού;

Αν δεν παρέμβαιναν οι ψυχραιμότεροι , σίγουρα θα είχαμε γενική σύρραξη κι εμφύλιο σπαραγμό.

Έτσι έχουν κύριοι τα πράγματα. Τούτη η κρίση απελευθερώνει οργή και που πολλές φορές μας βγάζει απ' τα όριά μας . Το να μπορεί κάποιος να διατηρεί την ψυχραιμία και την ανθρωπιά του σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς είναι εξαιρετικά δύσκολο. Κατά τ' άλλα οι πολιτικοί μας τσακώνονται για την αρχηγία, τον χρόνο των εκλογών, και τις υπογραφές λες και η παγωνιά κάνει διάκριση σε υπογραφές και σε μνημόνια.

Φυσάει ορέ βοριάς μες τις ψυχές μας, κι εμείς δεν είμαστε παχύδερμα όπως εσείς για να μπορέσουμε απ' το λίπος να προστατευτούμε. Φυσάει  τέτοιος βοριάς , που και ντάλα καλοκαίρι να γίνουνε οι εκλογές, να είστε σίγουροι πως θα σας πάρει και θα σας σηκώσει.

Καστρινός.

 

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΥ.

gefyra.jpg 

Σαν σήμερα την νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, έλαβε χώρα το κορυφαίο γεγονός της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού λαού στην νεότερη ιστορία του. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, από τις ενωμένες αντιστασιακές οργανώσεις του Ε.Α.Μ και του Ε.Δ.Ε.Σ . Έκανα ζαπινγκ στις ειδήσεις σ' όλα τα κανάλια. Καμιά αναφορά για τούτη την ιστορική στιγμή. Σαν φόρο τιμής γι' αυτό το γεγονός δημοσιεύω για πρώτη φορά το παρακάτω αφήγημα .

                     Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑ ΜΟΥ.

Τα τρένα σφύριζαν πάνω από την Γέφυρα σαν διέσχιζαν την χαράδρα του Γοργοπόταμου. Οι φαντάροι με ενθουσιασμό, ξέγνοιαστοι και όλο χαρά, λες και πήγαιναν εκδρομή, γελούσαν πειράζονταν και χαιρετούσαν την μικρούλα που είχε πιάσει την πλαγιά δίπλα στην γέφυρα και χαίρονταν αυτό το πράμα που ήταν σαν πανηγύρι. Έβλεπε στα στοιβαγμένα με φαντάρους βαγόνια των τρένων την ταμπέλα « 10 άλογα & 50 ¶ντρες», της έρχονταν περίεργο και γελούσε.

  Έπειτα ήρθε ο βομβαρδισμός. Ήταν δίπλα στην Σιδηροδρομική Γέφυρα του Γοργοπόταμου. Θα την βομβάρδιζαν! Αλλά τελικά τους ήταν πιο χρήσιμο να μείνει άθικτη η γραμμή. 

Και ήρθαν έπειτα οι Ιταλοί στο χωριό και φύλαγαν την Γέφυρα. Ένα βράδυ όμως είδα δύο ξένους που μιλούσαν με νοήματα με τον πατέρα μου. Οι ξένοι στην περιοχή ποτέ δεν μου τραβούσαν την προσοχή εξάλλου το σπίτι μας εκεί στα ριζά της γέφυρας  ήταν και χάνι. Όλο ξένοι περνούσαν.  Τώρα μάλιστα είχε πολλούς Ιταλούς.

 Που να φανταστώ τι συζητούσαν. Που να ξέρω ότι σχεδίαζαν να ρίξουν την Γέφυρα του Γοργοποτάμου. Που να ξέρα ότι ο πατέρας μου γνώριζε τον Ζέρβα προσωπικά.

 Την νύχτα της 25ης Νοεμβρίου δεν κοιμόμουνα. Κανένας  δεν κοιμόταν τούτη τη βραδιά. Σε μια στιγμή ακούω μια φωνή μέσα στην νύχτα να λέει. «Ρίξ' τη φωτοβολίδα να προχωρήσει ο στρατός».

 Πρέπει να ήτανε το συνθηματικό. Όλη η χαράδρα έλαμψε. Σε λίγο μια τεράστια έκρηξη ακούστηκε τραντάζοντας το σπίτι απ' τα θεμέλια. Τα πιάτα έπεφταν από τα ράφια, και οι σοφάδες γέμισαν το πάτωμα. Κανείς δεν μίλαγε. Τι να έγινε! Έριξαν την γέφυρα! Τώρα τι κάνουμε ;

 Την άλλη μέρα σαν ξημέρωσε .. Οι πιο πολλοί οι χωριανοί φοβήθηκαν και έφυγαν. Πήγαν σ' άλλα χωριά σε συγγενείς τους. Μα εμείς τελικά μείναμε εκεί.

 Πρωτοπαλίκαρα του Ζέρβα έσφαξαν επτά Ιταλούς που φυλούσαν το δεξί φυλάκιο της Γέφυρας. ¶λλοι επτά Ιταλοί κρύφτηκαν στα πηγάδια να σωθούν ήταν τα πρώτα νέα που ήρθαν το πρωί.

 Μετά από λίγο ακούστηκαν βήματα. Ήρθαν και πήραν την μάνα μου και την φυλάκισαν στον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Εγώ έμεινα σπίτι με τα αδέρφια μου, μιας κι ο πατέρας μου είχε κρυφτεί. Φοβόταν τα αντίποινα. Τους άντρες τους σκότωναν τότε και άφηναν  μόνο τις γυναίκες και τα παιδιά.  Οπλίστηκα με θάρρος και πήγα στον Σταθμό. ¶ρχισα να κλαίω  και να παρακαλάω τους φύλακες να ελευθερώσουνε την μάνα μου. Οι φύλακες με λυπήθηκαν, δεν είχαν κι εντολή να την κρατήσουν κι έτσι την άφησαν ελεύθερη .

Έφτασε το μεσημέρι, και σε λίγο ακούσθηκαν τα άρβυλα από τους φαντάρους στην γέφυρα. Έτρεξα στη λότζα και σε λίγο φάνηκαν οι Ιταλοί στρατιώτες. Τους ακολουθούσαν οι δεκατρείς μελλοθάνατοι. Μπροστά ο   παπάς με τα ¶γιο δισκοπότηρο, πίσω ένας Έλληνας καθηγητής, δεν φορούσε χειροπέδες, και στην συνέχεια άλλοι δώδεκα Έλληνες πατριώτες. «Που τους πάνε μάνα;» Η μάνα δεν απαντούσε! Χάθηκαν περπατώντας μέσα στην χαράδρα του Γοργοπόταμου!

 Πέρα μακριά απ' την γέφυρα άκουσα τους πυροβολισμούς. Πολυβόλο ήταν είπε η μάνα. Τον ήξερα αυτόν τον θόρυβο. Το άκουγα όλο το προηγούμενο βράδυ.  Σε λίγο άκουσα πάλι ...; μπαμ, μπαμ.. μπαμ..  δεκατρείς πιστολιές. Ήταν η χαριστική βολή.

 Σε λίγο να' σου πάλι οι Ιταλοί στο σπίτι. Ήθελαν να μεταφέρουν τους νεκρούς και έψαχναν μεταφορικό μέσο. Ήτανε τώρα η σειρά του αδελφού μου.

 Πήραν τον αδελφό μου με το κάρο και τον οδήγησαν στην γέφυρα. Εκεί με κάτι χωριανούς  φόρτωσαν τους νεκρούς και τους μετέφερε στο νεκροταφείο στην Λαμία κι όλους  τους έριξαν σε έναν λάκκο! 

Ο αδελφός μου γύρισε το βράδυ κι ήταν  το κάρο πλημμυρισμένο απ' τα αίματα. 

Σαν βρήκε πάλι τον ρυθμό της η ζωή οι Ιταλοί έφυγαν, και την περιοχή πλέον την κατάκλυσαν Γερμανοί που άρχισαν να χτίζουν ξανά την γέφυρα. Στην πέτρινη γέφυρα είχαν μεγάλο μπλόκο.

Η γέφυρα σε σαράντα ημέρες χτίσθηκε και μπήκε ξανά σε λειτουργία.

Έβλεπα τα εμπορικά τα τρένα να περνούν και μέσα απ' τις χαραμάδες των βαγονιών «λυσσασμένους» Γερμανούς φαντάρους να αφρίζουν, λόγω της ζέστης της Αφρικής που πολεμούσαν , όπως μας έλεγε ο πατέρας μας.

 Σαν έφυγαν οι Γερμανοί με την απελευθέρωση, κανείς  δεν έλειπε από την οικογένειά μας , παρόλο που βρέθηκε στο κέντρο του πολέμου. Το χάνι λειτουργούσε, πάλι όπως παλιά κι ήταν συνέχεια ανοιχτό στους ξένους. Μια μέρα είδε κάποιον με μούσι στην ταβέρνα. Η μάνα μου τον φίλεψε και του έβαλε να φάει. Ήταν μεγάλη παρέα. Σαν να φυλάγονταν από κάτι! Δεν ανέβηκε στον πάνω όροφο που του είπαν να τον φιλοξενήσουν. Φυλάγονταν! Περίεργος μου Φάνηκε. «Ποιος είναι αυτός μάνα;»  «Ο ¶ρης είναι μην μιλάς μου είπε εκείνη». Είχε ξεκινήσει πια ο φονικός εμφύλιος ...;

 Οι σπιούνοι βρήκανε την ευκαιρία να βγάλουνε τα απωθημένα τους και ο Φόβος ήτανε πολύ μεγάλος. Τα δύο αδέλφια μου χάθηκαν και τα θεωρούσαν νεκρά. Κατέβηκαν όμως κάτω στην Αθήνα για να γλυτώσουν το κακό. Οι αντάρτες που στρατολογούσαν τα μεγάλα αγόρια νόμιζαν ότι  τους έκρυβα εγώ.

 Μια μέρα έπιασαν την μάνα μου κάτι χωριανοί και της είπαν: «Οι αντάρτες θα το φάνε το παιδί .. δίωξτο απ' το σπίτι για να το γλιτώσεις». Να κάπως έτσι βρέθηκα εδώ σε τούτο το χωριό, που ήτανε τότε παντρεμένη μια αδερφή της μάνας μου. Παντρεύτηκα Ιούλιο του 47 κι έμεινα εδώ με τον Αντώνη μου για πάντα. Μην σώσει γιέ μου και ξανάρθουν τέτοιες εποχές.

 

Τούτα μου διηγούτανε μια Χειμωνιάτικη βραδιά δίπλα στη σόμπα η θειαΣτρατούλα, η γυναίκα του μοναδικού καφετζή του μπαρπαΑντώνη σ' ένα χωριό του Μπράλου κείνα τα χρόνια της στρατιωτικής θητείας μου στο φυλάκιο της γέφυρας της Παπαδιάς, μικρή απόσταση απ' το Γοργοπόταμο, σαν ανεβαίναμε τα βράδια με τα πόδια στο χωριό, κάπου μια ώρα δρόμο απ' το φυλάκιο της γέφυρας, να πάρουμε τηλέφωνο στα σπίτια μας και ν' απολαύσουμε λιγο απ' το υπέροχο κρασί του.

Κώστας Καστρινός.

 

                                                                                       

 

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

ΠΟΥ ΠΑΣ ΡΕ ΚΑΡΑΜΗΤΡΟ;

##### 1.jpg

1 σχόλια:
Ο ένας φίλος. είπε...
Ωραίο το άρθρο φίλε, μου άρεσε μπράβο. Και το ποίημα τέλειο όπως πάντα. Για τη νέα κυβέρνηση όμως δεν είδα να σχολιάσεις τίποτα. Γιατί; Γιατί είναι μέσα ο Αντωνάκης;
«Φίλος επιζήμιος εχθρός αποκαλείτε» λέει ο φίλος ο Φάνης ο ΄΄Δεληκάρης΄΄ στο χωριό. Αφού σου είπα ρε «πρόστυχε» κι άλλη φορά σε ξέρω, γιατί σ' αρέσει λοιπόν να με τσιγκλάς; Τέλος πάντων λόγο Σαββάτου δεν τσιμπάω, όντος είσαι φίλος καλός και θα σου πω πάλι τη γνώμη μου γιατί ξέρω αυτή σ' ενδιαφέρει.
κου λοιπόν: Κάτω στο χωριό έλεγαν από εκείνα τα χρόνια «όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει» κι ακόμα «όπου ανακατεύονται πολλές μαμές το παιδί βγαίνει ζαβό». Τι περιμένεις λοιπόν από μια κυβέρνηση με 4 πρωθυπουργούς 2 αντιπροέδρους 48 υπουργούς και αμέτρητους συμβούλους, που πρέπει να έχουμε το καζάνι του λιοτριβιού να τους ταΐζουμε. Γι αυτό σου λέω μη περιμένεις πολλά πράγματα από μια τέτοια κυβέρνηση που επικεφαλής μάλιστα έχει ένα τεχνοκράτη ηπίων τόνων την ώρα που έπρεπε να έχει έναν «Νταβέλη». Διότι ο άνθρωπος έπεσε στο κλουβί με τα φίδια . Από την μια μεριά έχει τον Γιώργο που συγκαλεί πράσινο υπουργικό συμβούλιο πριν το επίσημο, από την άλλη τον Σαμαρά να δηλώνει ότι δεν συγκυβερνά και θα κάνει αντιπολίτευση, από πίσω τον Καρατζαφέρη να παριστάνει τον συνδετικό κρίκο και από μπρος τους Ευρωπαίους να ακονίζουν τις χατζάρες τους.. Που πας καραβάκι με τέτοιο καιρό ή όπως λένε κάτω στα Καφενεία « που πας ρε Καραμήτρο». Σα να λέμε βούλιαξε το τρακτέρ του πολιτικού συστήματος στη λάσπη κάτω στο βάλτο, και αυτοί αλλάζουν τον οδηγό και φέρνουν ταξιτζή για να το ξεκολλήσει ; Είμαστε με τα καλά μας; Κι ενώ βλέπουμε ένα αβέβαιο μέλλον έχουμε και τον Γιώργο να κάνει τα δικά του. Όσοι είχαν την εντύπωση ότι τον ξεφορτωθήκαμε κάνουν μεγάλο λάθος. Για να φύγει από πρωθυπουργός χρειάστηκε να διαλύσει την χώρα. Λέτε τώρα ότι θα του είναι δύσκολο να διαλύσει το κόμμα ; Τώρα θα πείτε ποιο κόμμα, τ' απόκομμα. Έ όσο απέμεινε τέλος πάντων. Προσπαθεί να μείνει αρχηγός μέχρι τις εκλογές και να εφαρμόσει την λίστα για να έχει ακόμα πιο δεμένους τους βουλευτές . Εν τω μεταξύ οι δελφίνοι που τον πήρανε πρέφα του πριονίζουν την καρέκλα την ώρα που ο ίδιος έχει βάλει τους «μπαμπούλες» να τους τρομοκρατήσει. Από την άλλη πλευρά έχουμε τον κυρ Αντώνη το «σπουδαρχίδη» να διαγράφει τον Καμένο που ουσιαστικά δεν ψηφίζει μνημόνιο όταν είχε διαγράψει άλλους γιατί το ψήφισαν. Τέλος έχουμε και τον ¶δωνι να καμαρώνει σαν το «Πάνο το Κλάνα τραγουδώντας», που έκανε την μπουμπούκα κυρία υπουργού . «Της πουτάνας το κάγκελο» δηλαδή. Είχε άδικο ο γέροντας κάποτε που έλεγε ότι είμαστε ένα απέραντο φρενοκομείο; Το μόνο που μας λείπει είναι ένας συνταγματάρχης να μας φορέσει τον ζουρλομανδύα . Αν και το είπε και αυτό ο Γεώργιος ο καρεκλοδεμένος . Οι άλλοι το χάψανε και βάλανε τον Αβραμόπουλο να ελέγχει το Υπουργείο Εθνικής ¶μυνας που ενώ έχει σαν σκοπό να μας φυλάει από τους εχθρούς, έπρεπε πρώτα να μας φυλάει από αυτά τα νούμερα τους πολιτικούς . Κι απάνω στην αναμπουμπούλα βγήκε κι ο παλιός υπουργός να καταγγείλει ότι υπάρχουν μέσα στο υπουργείο από καιρό λαμόγια των δύο μεγάλων κομμάτων που ελέγχουν τους εξοπλισμούς , και κατήγγειλε κι αξιωματικούς που συνεργάζονται με δημοσιογράφους παίζοντας δικά τους πια παιγνίδια. Τέλος μας ήρθε και το κερασάκι στη τούρτα, ότι κάθε φορά ο πρώην πρωθυπουργός και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας που έβγαιναν στο εξωτερικό, εκταμιευόταν και μυστικά κονδύλια από το Υπουργείο εξωτερικών, που χρειαζόταν για άσκηση πολιτικής. Κάτι σα να λέμε δηλαδή, πληρώναμε για να καταστραφούμε; «Ανοίχτε τα τρελάδικα να βγει ο κόσμος έξω, να δω αν είναι πιο τρελοί οι μέσα απ' τους απ' έξω».
Καστρινός.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΣΤΟΥ ΛΑΟΥ ΜΟΥ ΤΗ ΧΑΡΑ, ΕΣΦΑΞΑ ΕΝΑ ΚΟΚΟΡΑ.

##### 1.jpg

Λαϊκό θεώρημα


«όταν λείπει η γάτα Χορεύει το ποντίκι»

Κι απ' τη στιγμή που η γάτα (ο λαός) είναι ετοιμόψοφη και πεινασμένη, και κάθεται κουλουριασμένη στη γωνία ,τότε το άθλιο ποντίκι (όνομα και πράμα) ο πολιτικός, σου βγάζει μέχρι και καινούργιο Πρωθυπουργό.

Έτσι βλέπει και η ¨Μαιρούλα¨ χαρά στα σκέλια της -που λέει και ο Καρατζαφύρερ -και συντελείτε η μεγάλη «χαρά» που λεν και στο χωριό.

Το "μηστήριο ευλόγησε", ο παππούς ο Καρολος, και η θεία η Μέρκελ που τρίβει τα χέρια της, διότι μέσα από τον "ανηψιό" θα κυβερνά αυτόν τον τόπο...
Ρέ τύχη αυτή η τσούπα: (πρώην) Τραπεζίτης της "Μαιρούλας ο γαμπρός"... Όχι, παίζουμε... Μπήκε ένας άλλος σφήνα στην αρχή, κάποιος Πετσάλνικος με γούνες απ' τη Καστοριά. Το τί ακούστηκε που ακούσανε το όνομά του , κάτι αλανιάρικα ποντίκια απ' τα υπόγεια του ΠΑΣΟΚ; ¶στο καλλίτερα μη ξέρεις! Όπως επίσης, με τί κοσμητικά επίθετα "έλουσαν" τη "μανούλα του γάμου", Γιώργο Παπανδρέου. Κλείσε τα μάτια σου και σκέψου φορτηγατζή στην Εθνική οδό και είσαι μέσα. Μάλιστα, 50 απ' αυτά τα ποντίκια απείλησαν τον Γιώργο πως θα παραιτηθούν και του έστειλαν κι επιστολή.

Κάποια στιγμή πάνω στο συνοικέσιο βγήκε έξω από το Προεδρικό ο "κουμπάρος-Καρατζαφέρης", που ένοιωσε ότι τον κλάσανε οι γονείς της νύφης με τον παππού, και τον είχαν σαν ψωριάρη σε μια άλλη αίθουσα χώρια κι έριξε μια "βόμβα", να.. με τα συγχωρήσεως. "Λυπάμαι εξαιρετικά, δεν θέλω Πετσάλνικο, αν δεν μπει Παπαδήμος δημιουργείται τεράστιο πρόβλημα στη χώρα", λέει και την κάνει με ελαφριά πηδηματάκια. Οι δημοσιογράφοι που ήταν μπροστά και άκουσαν τα ..."γαλλικά" των "εθνοπατέρων" μας, κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια...

Κι έτσι απέσυραν, άρον-άρον τον γουναρά γαμπρό μέσα στη νύχτα, και οι δυο "γονείς, παρακαλούσαν την τελευταία τους ελπίδα τον τραπεζίτη να πει το ναι, για να μη μείνει η Μαιρούλα στο... ράφι !
Κι έτσι έφτασε η μεγάλη του "μυστηρίου του γάμου" η ώρα. Έξω από το Προεδρικό στριμωγμένοι δεξιά κι αριστερά σαν να παρακολουθούμε τον "γάμο του πρίγκιπα Ουΐλιαμ με την εκλεκτή της καρδιάς του Κέιτ, εν... χλιδαίς και οργάνοις"!

Από νωρίς σκούπισαν οδοκαθαριστές τους δρόμους, το κόκκινο χαλί ήταν στη θέση του και... ξεκίνησε ο "γάμος, σε στενό οικογενειακό κύκλο"

Πρώτος έφθασε ο κουμπάρος, του ΛΑ.Ο.Σ. Γ. Καρατζαφέρης, γύρω στις 10 παρά τέταρτο, ακολούθησε ο πρόεδρος της ΝΔ, Αντώνης Σαμαράς και τελευταίος την πύλη του Προεδρικού πέρασε ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο "πατερούλης", Αντώνης Σαμαράς, δήλωσε: "Είναι η τρίτη φορά που ήρθα γι αυτό το θέμα. Ελπίζω να είναι η τελευταία", και ο "κουμπάρος" Γιώργος", προσερχόμενος στα ενδότερα του Προεδρικού: "Σήμερα είναι μία καλή μέρα".
Μες το ΄΄μυστήριο΄΄ δεν μάθαμε πολλά για το τι έγινε. Μόνο ακούσαμε ότι είπαν για τα iPad τους και "άλλα λόγια ν΄αγαπιόμαστε" του τύπου:"Αν τα φλας ήταν πυροβόλα θα είχε πέσει ένα σύνταγμα" κι ότι ο Γιώργος ο κουμπάρος ρώτησε για το κινητό τον άλλο Γιώργο:"Τι είναι αυτό, samsung; "Ο άλλος Γιώργος ο΄΄παραιτημένος΄΄ απάντησε: "Όχι είναι το παλιό της aple. Είναι κινητό, είναι και πολύ χρηστικό "..Και η απάντηση του Γιώργου του ΛΑΟΣ, με ύφος:"Τώρα μπορείς να πάρεις και κανένα μήνυμα "!

Ύστερα, η πόρτα έκλεισε και ο "γάμος" έγινε "κεκλεισμένων των θυρών"... και καλορίζικα να γίνουν. Μόνο μη σώσει ποτέ και δούμε απογόνους απ' αυτό το συνονθύλευμα.

Κι έμεινε απέξω άλλη μια φορά ο Ελληνικός λαός που συνεχίζει να πληρώνει τις "μικροπολιτικές" τακτικές του σάπιου πολιτικού συστήματος, που δεν λέει ν' "αποτιναχθεί" από τις ταλαίπωρες τις πλάτες του.. Ως πότε, όμως; Σε τεντωμένο κρέμεται σκοινί, που έτσι και σπάσει ...; Ξέρουν κι αυτοί ότι τους πήρε και τους σήκωσε.
Κώστας Καστρινός.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

ΟΙ ΑΡΒΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ. (Επετειακό αφήγημα)

##### 1.jpg

                 ΟΙ ΑΡΒΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ.

Ήμουνα   βρεγμένος, κατακουρασμένος, ελεεινός  και τρισάθλιος, ένα κουρέλι. Είχα να φάω τρείς  μέρες κι έτρεμα απ' το κρύο και την πείνα.  Έσουρνα  τα πόδια μου  έτσι από  συνήθεια, και γύρναγα  γύρω απ' τα ίδια σημάδια σαν το άλογο στο αλώνι.

Τούτη ή στράτα δεν έβγαζε πουθενά. Τα  ίδια βουνά μονοπάτια και ρουμάνια , Είχα χαθεί και ξεκοπεί απ' τη διμοιρία και ήμουνα μόνος σαν άγριος  λύκος. Περπατούσα  κλωθογυρίζοντας   όλη  τη νύχτα και μήτε  χωριό, μήτε ψυχή στο δρόμο μου, ούτε ζωντανό ,μήτε πετούμενο. Μόνο το όπλο μου, και τ' άδειο σακίδιο η μόνη συντροφιά μου.

Ξημέρωνε, σύθαμπο παγωμένο,  υγρό,  καταραχνιασμένο. Σαν έβγαινε ό ήλιος θα σκόρπιζε  ή καταχνιά  και ή συννεφιά. Να 'βρισκα κάπου σύνορο και προσανατολισμό. Ξάφνου είδα αντίκρυ μου το καλύβι και τ' άδειο μαντρί.

Ή πόρτα ήτανε ανοιχτή κι  αφύλαχτη.  Μου  μύρισε ή κάπνα κι' ή τσίκνα. από φαί και τ'αποφάσισα. Είχα ξεχάσει κάθε ορμήνια για προφύλαξη. «Τώρα πια 'Ότι είναι να γίνει, θα γίνει. Νισάφι πια  έρεψα».

Μπήκα  άπ' την πόρτα κι  είδα το γέρο που φύσαε  τη φωτιά.

Πάνω στη φωτιά είχε το τσουκάλι με το φαγί. Μύρισε  και γουργούρισαν τ' άντερά  μου. Τυχερός σκέφτηκα

- Έ Μπάρμπα  φώναξα σιγά για να μη τον τρομάξω. Καλώς σε βρήκα.

Εκείνος γύρισε. Δυο μάτια. ξέθωρα, γεμάτα  άσπρο κροκάδι  στυλώθηκαν ανήμπορα πάνω μου. Τον είδα  πού τσιτώθηκε  και  πήγα  να τον προλάβω μπας και βάλει τις φωνές.

- Πούθε ήρθες; Δεν σ' άκουσα! Τώρα. στέκονταν  ήρεμος,  ατάραχος Κοίταζε τα μπανταρισμένα πόδια μου με τα κουρέλια. πού έπνιγαν τον βηματισμό μου. Σαν ξεπατώθηκαν τ' αρβύλια έκοψα λουρίδες την κουβέρτα μου και τα τύλιξα. Κι  άλλοι έκαναν το ίδιο  κατά πως είχα δει.

- Ποιός είσαι; ξαναρώτησε  ο γέρος.

- Πεινάω,  απάντησα  βραχνά κι έπεσα ξεθεωμένος  σ΄ ένα ξύλινο σκαμνί.

- Μουρή  γριά , ποϋσαι  μαρή  έλα  κι' έχουμε  μουσαφιρέους

- 'Έκατσες  κιόλα;  Ρώτησε. Και ήσυχος  τώρα μου ξομολογήθηκε.

- Κοντά δυο βδομάδες έχουμε να δούμε άνθρωπο.

Όλα ρήμαξαν, πανάθεμα τον πόλεμο (τώρα ή φωνή του σκλήριζε) πάνε κατά καπνού ούλα. Μήτε κοπαδ έμεινε μήτε ζωντανό , λάκισαν όλα μες' το χαλασμό, ξον  πεντέξι  μηλιόρες στέρφες.

Ξαναρώτησε ;

- Ποιός είσαι του  λόγου σου! Πώς βρέθηκες εδώ;

-Χάθηκα απ' το λόχο μου, απάντησα διστακτικά.

Καλώς ήρθες ότι έχουμε θα σε φιλέψουμε. Φτάνει να μην μας βλάψεις.

Κείνη τη στιγμή,  μπήκε στο μoνoκάλυβο  η γριά.

Καλωσόρισες λεβέντη μου. Και γυρνώντας στο  γέροντα είπε:

Δε φίλεψες τίποτα τον ξένο τον άνθρωπο. Ντροπή.

Κένωσε τον τραχανά ο γέρος στη  γαβάθα, έφερε και ξύλινα κουτάλια,

μπομποτόψωμο, και τυρί, και γυρνά μια στιγμή  η γριά και τον ρωτάει.

- Να φέρω μωρέ ξεκουτιασμένε τη μπότσκα με το κρασί για, τον ξένο μας;

-Τράβα φέρτω. Θα πιώ κι εγώ όμως μια ποτήρα γεμάτη που όλο λες ότι δεν κάνει στην ηλικία μου.

-Ναι να μη χάσεις.

Η γριά σηκώθηκε αμίλητη, με σκυφτό κεφάλι και βγήκε έξω.

Ξαναμπήκε σε λίγο με μια μισόγεμη νταμιτζάνα κι άστραφτε από θυμό.

-Ώστε έτσι σκατόγερε, το 'πινες κρυφά; Ντροπή σου στα χρόνια σου.

Στις υγιές σου εσένα καλή στράτα και καλή απόλυση. Να τελέψει άμποτε ετούτο το κακό που μας βρήκε.

-Φχαριστώ με την ψυχή μου! Αποκρίθηκα. Γιατί με ταΐσατε με ποτίσατε και μ' ανθρωπέψατε.

Σηκώθηκε μετά ξαφνικά η γριά. Πήγε σε μια παλιοκασέλα, έψαξε βρήκε κάτι αρβύλες παλιές, σολιασμένες  μα γερές.

- Πάρτες είπε να γλυτώσεις τα ποδάρια σου. Το κοπάδι πήρε τα πέρατα, δεν μας  χρειάζονται εμάς πια. Πάρτες κι αϊ στο καλό να προλάβεις το τσούρμο σου.

Τις κράτησα αυτές τις αρβύλες και τις έχω ακόμα, να πάω να τις φέρω να τις δείτε, έλεγε ο Μπάρμπα Αντρέας - Θεός σχορέστον - που μας  μάζευε μαθητούδια τότε κάτω στο χωριό, τα βράδια τέτοιες  μέρες ,στη μεγάλη πέτρα έξω απ' το παλιό Ρομπολέικο σπίτι, και μας διηγιόνταν ιστορίες  που είχε ζήσει στο  Αλβανικό.

                                                                  Καστρινός.

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ.

Image2.jpg

                             ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Μες τον ορυμαγδό των δακρυγόνων, του πετροπόλεμου των κρότων και των λάμψεων, ας βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα ανάμεσα σε ΜΑΤ και σε κουκουλοφόρους, τούτος εδώ προχώραγε ατάραχος. ¶λλοι τον κοίταζαν με θαυμασμό κι άλλοι με περιέργεια και φόβο. Γεροδεμένος αν και κάποιας ηλικίας, απέπνεε έναν αέρα αρχοντιάς, παρότι που στα λιγδιασμένα του μαλλιά ήτανε ορατή η εγκατάλειψη, είχε μια φιλοσοφημένη σιγουριά το βλέμμα του. Αλαφιαζότανε στο μπάμ της λάμψης- κρότου, και πήδαγε ανήσυχα επάνω απ τις μολότοφ. Ύστερα έβαζε κάτω το κεφάλι κι ας καίγονταν ο κόσμος γύρω του, τράβαγε πιο βιαστικός το δρόμο για το ραντεβού του. ¶ρπαξε όμως το παντζάκι κάποιου Ματατζή που τον επάτησε οπισθοχωρώντας, και κιότεψε τότε όλη η διμοιρία, κι εκεί γωνία Ακαδημίας και Ιπποκράτους , που στάθηκε για λίγο έξω απ' τη σπασμένη τη βιτρίνα, για να ξεκουραστεί και ν΄ αποφύγει λίγο το χαμό, απέτρεψε μια ομάδα από αλλοδαπούς πλιατσικολόγους, που ετοιμάζονταν να κάνει ντου, στα ράφια με τα ακριβά δερμάτινα. Όταν αργότερα ασθμαίνοντας, μπαρουτοκαπνισμένος από φωτιές και δακρυγόνα έφτασε στην Ομόνοια, εκεί παλιά που ήταν του Μπακάκου μια πιτσιρίκα τσαπερδόνα τον περίμενε, που είχε δεν είχε τα μισά του χρόνια, με καλοχτενισμένα μαύρα και σγουρά μαλλιά που έκανε σαν τρελή όταν τον είδε. -Μπράβο παππού.! Τον Θαύμασε ένα μπουλούκι μαθητούδια που γύριζαν εκείνη τη στιγμή στα σπίτια τους σαν τέλειωσε η μεγάλη διαδήλωση. Κι ένας κουκουλοφόρος που πέρναγε καβάλα σ' ένα μηχανάκι, μ' επιδοκιμασία τον παρότρυνε:

-Όρματης ¶ρχοντα.

Ήταν ο Τζάκ, ο αδέσποτος ο σκύλος απ' το Ζάππειο. Ο ¶ρχοντας των απεργιών και των διαδηλόσεων. Τη μέρα τη συμερινή που έπεφτε ξήλο αλύπιτο, και που εύρισκες στα ζώα , περσότερη απ' των ανθρώπων ανθρωπιά.

(Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορίες διαδηλώσεων.») Κώστας Καστρινός.

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ.(Διήγημα)

@.jpg

                      ΒΑΡΑΤΕ  ΤΟΥΣ.

-Έλα να ξεμπερδεύουμε με τη κωλοφάρα. Ακούστηκε μες τον ορυμαγδό η φωνή του επικεφαλής. Και οι άλλοι προχώραγαν και ντουμάνιαζαν τον τόπο με τα δακρυγόνα. Τώρα πια τους πήρανε φαλάγγι και τους σκόρπισαν στα γύρω στενά. Βαρούσαν με τα κλομπ τις ασπίδες τους κι έπειτα μπάμ και μπουμ με τις κρότου λάμψης σκορπαγαν τον ορυμαγδό. Βλέπαν τούτη τη συντέλεια οι φουκαράδες οι μαγαζάτορες πίσω απ΄τα κατεβασμένα τα ρολά και καταριόνταν τους αίτιους - κυβέρνηση, αστυνομία και διαδηλωτές.

Ο μπαρπαΓιώργος που είχε το καφενεδάκι εκεί δα στη πλατεία Καρύτση, γέροντας στα ογδόντα του τώρα έλεγε και ξανάλεγε. 

- Ρε πως καταντήσαμε, να φαγωθούμε μεταξύ μας;

 Είχε αφήσει το χωριό του κει στα ψηλά στο Θέρμο τότε στο αντάρτικο, γύρισε όλο τον κόσμο με τα καράβια και βρήκε τώρα γεροπλάτανος πια, αποκούμπι σε τούτο το καφενεδάκι που πήρε από ένα πατριώτη του εδώ και χρόνια και μεγάλωσε οικογένεια με δαύτο, φτιάχνοντας με τη κυρά του καφέδες κι ούζα για τα γύρω μαγαζιά και τα γραφεία. Το γιό του με τις γνωριμίες που είχε κάνει και με τη συνδρομή του ντόπιου υπουργού μπόρεσε και τον βόλεψε στη αστυνομία, και η κόρη του γνώρισε έναν συνάδερφο εργάτη εκεί στη κλωστοϋφαντουργία που δούλευε, τον αγάπησε κι έκανε οικογένεια, έτσι άκουσε κι ο μπαρπαΓιώργος  τ΄ όνομά του, στο δεύτερο αγόρι της κόρης του, γιατί ο γιό του με τις ομάδες Ζ-Δ και λοιπά που έμπλεξε εκεί στο σώμα, δεν παντρεύτηκε ποτέ.

Η γριά του που είχε ξαπλώσει νωρίς απόψε γιατί την πόναγαν τα γόνατα στο καμαράκι που είχαν δίπλα στο μικρό το καφενείο κι έμειναν εκεί τα τελευταία χρόνια, ακούοντας όλο ετούτο το χαμό, μουρμούραε κάπου-κάπου «πολύ μίσος» «πολύ μίσος».

Πολύ μίσος συλλογίζονταν κι ο γέροντας. Ανάθεμά τους που 'φεραν τους ξένους και τα Δ.Ν.Τ. τούτοι εδώ μας βάζουν να τρωγόμαστε. Πως μας περδίκλωσαν έτσι;

-Παππού ε παππού! άνοιξε παππού! Δεν ακούς; 

-Παναγία βόηθα! Τούτες οι φωνές μοιάζουν του εγγονού του του Γάκια.   Π ήρε το φακό, γύρισε στη γριά να της κάνει νόημα κι' άνοιξε με προσοχή τη πόρτα. Δυο σκιές πού κρύβονταν πίσω της πέρασαν γρήγορα μέσα.

- Παππού μας κυνηγάνε.

 - Γάκια μου! Σσστ  όρε μη σας ακούσουν. Η γριά σηκώνεται αποχαμένη και πιάνει τα χέρια του, χαϊδεύει τα μαλλιά του κι ολοένα γυρίζει γύρω τους.

 -Εσάς κυνηγάνε λεβέντημ.  Kαί ταπώνει το στόμα να μη βάλει τις φωνές και τα κλάματα.

- 'Ήσυχα γριά, προστάζει ο γέρος.

 - Στρώσε τους για να φάνε. Σα θέλει ας πατήσει κανένας εδώ.  Θα τους μπάσω το διάολο μέσα τους.

Τα δυο παλληκάρια όση ώρα έτρωγαν δεν έβγαλαν μιλιά. Μόνο σαν απόφαγαν κι έστριψαν τσιγάρο, είπε ο Γάκιας, που'χε τ' όνομά του.

 -Δε γίνεται αλλιώς παππού, πρέπει όλος ο κόσμος να ξεσηκωθεί. Δεν πρέπει να τους πιστεύουμε άλλο πια. Τόσα και τόσα ψέματα μας είπαν. Τι άλλο πια να δουν τα μάτια μας. Νισάφι πια χορτάσαμε από λόγια.

- Πάψτε ορέ! Ρίχτηκε εκείνος. Είπανε θα πάρουμε κι αυτή τη δόση, κι απέ θα βάλουμε μπροστά να φτιάξουμε κράτος με δίκιο και με τάξη. Να πριν λίγο τα 'λεγε πάλι στο γυαλί ο χοντρός ο υπουργός.

 - ¶σε τι λένε ρε παππού. Μας ξεπουλήσαν πια στους ξένους. Τα ίδια μας είπαν και στην άλλη φορά. Το ξεχνάς;

-Σσστ ποιος διάολος είναι πάλι. Φερ' το φακό ορή γριά. Μιλιά. εσείς. Στο μπάγκο πίσω!

Βήματα ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο. Και ξαφνικά η πόρτα χτύπησε με φούρια.

 -Ε πατέρα δεν ακούς; Τα κωλοπαίδια. Μας έβγαλαν τη πίστη πάλι απόψε είπε η γνώριμη φωνή, καθώς ο γέρος άνοιγε, και τέσσερες αρβύλες περνούσαν το κατώφλι.

-Ωπα Πρόσεξε Μίλτο! φώναξε στο συνάδερφό του, κάποιοι είναι εδώ ...

 - Βαράτε τους! ξεφώνησε σηκώνοντας το κλομπ.

- Μη ορέ το παιδί! Μπήκε στη μέση ο γέροντας λαχταρισμένος, και έφαγε το κλομπ κατάμπαλα, πέφτοντας καταγής. Τρέξανε κι άλλοι ματατζήδες απ΄τη διμοιρία που ήταν εκεί κοντά απ' έξω κι άκουσαν τις φωνές. Ο γέρος κατάχαμα με το χέρι να κρατάει το κεφάλι αμίλητος και πλάι η γριά να μαλλιοτραβιέται.

 -Πάρτε γι' ασθενοφόρο ούρλιαζε ο ματατζής. Πως βρέθηκαν εδώ οι αληταράδες. Σου 'λεγα ρε πατέρα να διπλοκλειδώνεις. Βάλτε τους χειροπέδες  γρήγορα.

 - Που ορέ! χύθηκε τότε γέρος κάνοντας ν' ανασηκωθεί. Στο αίμα σου; ¶πλωσε τα. χέρια σαν φτερούγες αητού να στηριχτεί να σηκωθεί, τρέκλισε κι' έπεσε σαν κομμένο δέντρο στο πάτωμα ξερός από ταμπλά, (εγκεφαλικό). Έπεσε η γριά απάνω του, με κλάματα και με κατάρες. Αθήνα 2011, χρονιά καταραμένη. Με μια ξεπουλημένη Ελλάδα μες τη φτώχεια, μ' ανίκανους πολιτικούς να κυβερνήσουνε, με ξένους επιστάτες και τροϊκανούς. Μη σώσει και μας ξαναβρεί τέτοια χρονιά.  (Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορίες διαδηλώσεων.» Κώστας Καστρινός.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Ο ΕΛΛΗΝΑΡΑΣ.

@ 2 1.jpg

                                Ο ΕΛΛΗΝΑΡΑΣ.

Τον ζύγωνε με το μαρκούτσι να του το βάλει ντε και καλά στο στόμα.

Σταθμός του μετρό στο Σύνταγμα. Πενηνταπεντάρης. Τρίβει τα μάτια του που τσούζουν απ' τα δακρυγόνα και ψάχνει για ψιλά στις τσέπες του να βγάλει εισιτήριο. Ψιλολόγια, δεν βγαίνουνε.

-Τι λέτε τελικά θα χρεοκοπήσουμε σα χώρα;

-¶σε με κοπέλα μου και βιάζομαι μας ξέσκισαν στα χημικά. Γιατί τώρα τι είμαστε δεν είμαστε χρεοκοπημένοι; Ούτε για εισιτήριο δεν έχουμε...

-Τι λέτε για το κούρεμα του χρέους και τα νέα μέτρα. Θα σώσουν λέτε την Ελλάδα;

Και να σου πάλι μπερδεύονταν στα πόδια του και του 'κλεινε το δρόμο.

Δεν άντεξε άλλο. Πήρε ανάποδες.

-Ποια Ελλάδα γαμώ τα καντήλια μου, ετούτη που τη πηδάνε τώρα οι πάντες ; Ούστ!

Τα ξεπουλήσαν όλα. Και δάση και λίμνες και βουνά  κι ανθρώπους. Πάρε κόσμε, τιμή ευκαιρίας. Μπουρδέλο έγινε η Ελλάδα. Κανείς δε νοιάζεται για τίποτα, μόνο τα πουσταριά για την καρέκλα τους.

Τρέχουνε όλοι με τις τζιπάρες τους για τη ζωή τη χαρισάμενη. Φτάνει πια η πλύση εγκεφάλου. Μπαΐλντισα. ¶ει σιχτίρ από δω.Κουφάλες όλοι σας.. Ούστ-Ούστ.

Το πλήθος που άρχισε να μαζεύεται χαμογελάει. Κάποιος φωνάζει.

-Πέστα μεγάλε. Ξέσκισε τους.

Οι συγκεντρωμένοι  ξεσπαθώνουνε.

Πες τους κι άλλα. Κι άλλααα, κι άλλααα, κι άλλααα.

Εκείνος  ξεθαρρεύει. Ξεσπάει.

-Ρεεε κάποτε ήμουνα Ελληναράς ορε Έλληνες. Και τώρα ντρέπομαι να πω τι είμαι.

-Όλο! Όλο! Ξαναπέστο.

-Ρε κάποτε ήμουνα Ελληναράς με δυό κιλά αρχίδια ρε Έλληνες! Και τώρα πάνε να με κάνουν φλώρο τα μουλοσπέρματα .....

Σηκώνει περήφανα το κεφάλι, τους κοιτάει όλους μ' ένα πικρό χαμόγελο, κι όλοι πια ξεσπάν σε παλαμάκια.

(Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορήματα διαδηλώσεων.»)

 

                                            Κώστας Καστρινός.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Ο ΜΟΥΓΓΟΣ. (Διήγημα)

@ 1x.jpg

   Ο ΜΟΥΓΓΟΣ. (Διήγημα)

Τον κλότσαγαν σα το αδέσποτο σκυλί, και τον τσιγκλούσαν με τις άκρες απ' τα κλομπ, ρίχνοντάς του και καμιά γερή κάπου-κάπου.

- ¶ϊντε ρε μούλε, αληταρά. Γρήγορα! Τσόγλανε. Τα καντήλια σου,

μήτε λέξη δεν έβγαλες.

Κείνος, είκοσι χρονών περίπου μια σκόνταφτε , μια ξανάβρισκε την ισορροπία του, και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του.

Moναχός του εκείνος κι' αυτοί έξη εφτά νομάτοι, μ' εκείνες τις μακρυμούτσουνες αντιασφυξιογόνες μάσκες που σου 'κοβαν το αίμα.

Τον ξετρύπωσαν σα λαγό στη χωνευτή είσοδο μιας τράπεζας στη κάτω μεριά της πλατείας. ¶ρχισαν να τον βαράν και να τον βρίζουν όλοι μαζί.

Εκείνος μήτε κιχ μήτε μιλιά.. Μια, δυο φορές άνοιξε το στόμα του, Έκανε ένα ου - ου σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και τούς κοιτούσε αμίλητος.

- Το σπίτι σου κωλόπαιδο τον χαστούκισε αυτός που βρίσκονταν

δεξιά στον διμοιρίτη. Κάνεις το μαλάκα και δεν μιλάς.. Θα καλοπεράσεις έγνοια σου.

- ¶στε τον, μπήκε στη μέση ό επικεφαλής. Θα τα βρούμε όλα στη διοίκηση,  Θα τα ξεράσει θέλοντας μη θέλοντας. Το γάλα της μάνας του θα βγάλει! ¶ντε πάμε, αν για να πω και του στραβού το δίκιο γι' αλλοδαπός μου καλοφαίνεται.

- Λες αρχηγέ; Έτσι που έχουμε γίνει. Ανακατεύτηκαν όλες οι φάρες τώρα, σαν τα' άντερα στην κοιλιά.

Του καλάρεσε η λέξη αρχηγός, και γύρισε να δει καλλίτερα το κρατούμενο.

- Σφίχτε του τις χειροπέδες ! πρόσταξε.

Πήγε πάλι να χάσει την ισορροπία του ο κρατούμενος καθώς του σφίγγανε τις χειροπέδες μα πάλι έβαλε τα δυνατά του και στάθηκε στα πόδια του χωρίς να φέρει τη παραμικρή αντίσταση.

-Τι μυστήριο τραίνο είναι τούτος, αναρωτήθηκε ο αρχηγός. Ο άλλος προχτές μας πήδηξε ανάποδα. Τον σέρναμε όπως έκανε μια βολά ο Αχιλλέας στον Έκτορα που του σκότωσε το φίλο.

-Ποιος ήτανε ο Αχιλλέας αρχηγέ; Δικός μας α ...;

-Σκάσε ορέ. Τόσα ξέρεις τόσα λες. Για τα παλιά λέω ορέ. Για τους αρχαίους.

-Τι μας νοιάζει εμάς για τους αρχαίους; Τώρα τι κάνουμε;

-Να καμωθείς να σκάσεις. Πώς θα κάνουμε κράτος ορέ άμα δε ξέρουμε τους προγόνους μας.

- Που να τα ξέρω εγώ αυτά αρχηγέ; Τι καθηγητής είμαι;

- Να όρσε του 'δωσε μια μούντζα ο αρχηγός καθώς έμπαιναν στη κλούβα.

Σαν έφταναν κοντά στη διοίκηση, στάθηκε όρθιος στο μπροστινό μέρος της κλούβας ο επικεφαλής.

-Το νου σας ε! Τούτοι εδώ οι γαλονάδες δεν σηκώνουν τις δικιές μας αψάδες. Λίγες κουβέντες. Τις προάλλες ο υποδιοικητής τα 'βαλε μαζί μου γιατί είδε λίγο αίμα στ' αυτί εκείνου του αρχιαναρχικού. «Θα περάσουνε δίκη και θα κριθούν απ' το νόμο μου είπε».

Σαν άκουσε το φρενάρισμα απ΄ τη κλούβα ο Ταξίαρχος πλησίασε στη πόρτα του γραφείου του κι έβαλε αντήλιο τα χέρια του.

-Πάλι ετούτα τα τσακάλια είπε από μέσα του. Κοίτα τι κουβαλάνε πάλι.

Ένα αμούστακο εικοσάχρονο. Τι κάνει αυτός ο Στρατηγός και δε δίνει διαταγή, να ηρεμίσει λίγο ετούτη η λυκοφάρα. ¶ρχισαν πια και γίνονται επικίνδυνοι και θα μας πάρουν όλους στο λαιμό τους.

Ο διμοιρίτης σίμωσε και χαιρέτησε βαρώντας προσοχή. Κούνησε το κεφάλι βαρετά ο Ταξίαρχος.

-Τι είναι πάλι τούτος; Ρώτησε.

- Αμίλητος σα το ντουβάρι κύριε διοικητά. Σαν πέσει όμως η πρώτη κατραπακιά  θα τα ξεράσει όλα.

-Όχι τέτοια ανθυπομοίραρχε. Δεν τα 'παμε; Δώσε χαρτί για τη παράδοση, υπασπιστή να φύγουν.

Μούλωξε ο ανθυπομοίραρχος, μα τι να κάνει. Χαιρέτησε πάλι (ο διοικητής μήτε κουνήθηκε καθόλου  μόνο τον κοίταξε μ' ένα  ζεματισμένο περιφρονητικό βλέμμα πού σκύλιασε τον άλλο)  πήρε την διμοιρία του και έφυγαν αργά-αργά.

-Μήτε ένα ευχαριστώ δεν είπαν αρχηγέ. Παραπονέθηκε κάποιος τους.

-Σκασμός! ¶στραψε και βρόντησε εκείνος. Οι Δημοκρατικοί οι γαλονάδες, μονολόγησε. Αυτά μας φάγανε είπε φεύγοντας.

- Πως σε λένε ; Ρώτησε  τον κρατούμενο ο υπασπιστής.

-«Ου» «Ου» έκανε εκείνος δείχνοντας το στόμα  και τη γλώσσα του.

-Έλα Χριστέ! Πετάχτηκε ο υπασπιστής. Μουγγός είναι κύριε διοικητά.

Να φωνάξουμε κανένα που ξέρει να συνεννοηθεί.

-Α-Α έκανε ο κρατούμενος κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι του.

-Βγάλτον απ' τη πίσω πόρτα κι άστον να φύγει. Έδωσε  διαταγή ο Ταξίαρχος. Εκείνο που σκέπτομαι είναι τι θα κάνουμε με τούτους τους πωρωμένους, που' ναι χειρότεροι από τσακάλια. Να δούμε σαν μπούνε όλα σε σειρά, πως θα γλυτώσουμε από τούτη τη λυκοφωλιά. Τους έχω σιχαθεί τελείως. Τα ρεμάλια.                               Κώστας Καστρινός.

  (Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ.»)                                      

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΙ.

@.jpg

                       ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΙ.

Δεν ξέρω τι σου είπε του Σεπτέμβρη η Κυριακή

και τι ο ύπουλος βοριάς σου εξιστόρησε,

κι έγινε η μορφή σου ίδιο σύννεφο

λίγο  προτού το πρωτοβρόχι εξακοντίσει.

 

Όμως η ψυχική διάθεση δεν καταβάλλεται

με  ευτελής του φθινοπώρου επιρροές,

ούτε τα δάκρυα επωάζουν ψυχραιμία.

 

 Ήλιο συσσωρευτή ευτυχιών-

μες την παλάμη θα σου φέρω,

σ` ένα ηλιοβασίλεμα να σου καδράρει τη μορφή ,

για να την δουν τα Καλοκαίρια και να φρίξουνε.

 Για  όλους όμορφη να είναι η 1η η Κυριακή η φθινοπωριάτικη.

                                                     Καστρινός.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

ΠΡΟΣ ΚΡΑΝΟΦΟΡΟ.

agalma.jpg

            ΠΡΟΣ ΚΡΑΝΟΦΟΡΟ.

Πάλι απέναντί μου είσαι δύστυχε.

Όπως και χθες  τη προηγούμενη φορά προχθές,

όπως και σήμερα,

που ανταλλάσαμε τις μισητές ματιές γεμάτες ένταση,

κι ήταν η μυρωδιά του δακρυγόνου ανάμεσα μας.

Και η τραγικότητα,

Εσύ το διάλεξες, αυτή να είναι η δουλειά σου

μ' αυτό τον τρόπο,

ψωμί του μίσους να ταΐζεις το παιδί σου .

Πάλι απέναντί μου είσαι μισθοφόρε.

Και μου απαγορεύεις να φωνάζω

για το μέλλον των παιδιών μου,

για τη δικιά μου τη δουλειά,

για μια μπουκιά ψωμί, για την πατρίδα μου.

Κι ενώ καλά το ξέρεις πως φωνάζω και για σένα.

Για τα δικά σου τα παιδιά, και τη δική σου σύνταξη,

Για το δικό σου το ψωμί  και τη δική σου την πατρίδα.

Πάλι εσύ εκεί, στέκεσαι απέναντί μου.

Σε κοροϊδεύουνε. Έτσι δεν γίνεσαι ήρωας καημένε.

Κρίμα.

Για σκέψου κα να ήσουν δίπλα μου;

                                                     Καστρινός.

                                                

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ. Η ΧΑΡΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ.

βιβλιο 1.jpg

Μ' αρέσει αυτό που κάνω από μικρό παιδί, να γράφω ποιήματα, ιστορίες και κείμενα. Μ' αρέσει ακόμα η δημιουργία ενός βιβλίου γι' αυτό και διάλεξα να κάνω τούτο το επάγγελμα. Είναι μια άλλη αίσθηση για μένα η φιλοτέχνηση του εξωφύλλου, η επιμέλεια των γραπτών, η διαδικασία της εκτύπωσης και τέλος να αγωνιώ για τις αντιδράσεις των αναγνωστών, αλλά και ν' ακούω και την κριτική πάνω σε αυτό, όπως ακούει ένα παιδί της πρώτης δημοτικού τη δασκάλα του. Γι' αυτό, ερωτήσεις, παρατηρήσεις, αντιρρήσεις και οποιεσδήποτε άλλες ρήσεις σε σχέση με το κάθε βιβλίο θα ήταν χαρά να φτάνουν σ' εμένα. Κι όταν βλέπεις πια ότι ένα δημιούργημά σου έχει και την απήχηση στο ευρύ κοινό τότε η χαρά γίνεται πια ευτυχία. Ετούτη την ευτυχία μοιράζομαι σήμερα μαζί σας σαν βλέπω το δείκτη αναγνωσιμότητας του site που δημοσιεύει ελεύθερα (επειδή πίστευα πάντα και πιστεύω ότι οι ιδέες πρέπει να διακινούνται ελεύθερα) τις «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ» με  πληροφορεί ότι οι αναγνώστες ξεπερνούν τις 25.000. Ευχαριστώ λοιπόν όλους όσους διάβασαν το βιβλίο και μου έδωσαν σήμερα τούτη την απρόσμενη μεγάλη χαρά. Όσοι δεν διάβασαν το βιβλίο μπορούν να το διαβάσουν εδώ: http://www.pureportals.com/Default.aspx?tabid=237861 και ν' αφιερώσουν δυο λεπτά για να γράψουν ένα σχόλιο για το βιβλίο εδώ στο blog.

Καλή ανάγνωση.  Κώστας.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

ΠΑΛΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ.

##### 1.jpg

ΠΑΛΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ.

Βγήκα στον ήλιο να στεγνώσω τη καρδιά μου

που χαλεπών καιρών κατατρεγμοί

ναυάγιο είχαν ρίξει στα ρηχά.

Πανί προσπάθησα να βάλω γι άλλα μέρη,

 γι ανοικτούς γιαλούς

χωρών εξωτικών και νήσων άγνωστων,

πέρα από μεγαλοστομίες

κούφια λόγια και φαμφάρες,

στόχους κι οράματα εκεί να φυγαδεύσω.

Δεν τα κατάφερα.

Οι πρωινοί αντικατοπτρισμοί

αισχρά με ξεγελούσανε,

κι ο ήλιος που έπαιζε ανάμεσα στα ξάρτια.

Πάλι ένα τίποτα.

Καράβια αλαργινά κρατούν το υφάδι

που πλέκουν θαυμαστές μικρές ελπίδες.

Από το Κορινθιακό την Καλημέρα μου.     Καστρινός.

 

Image Hosting by Picoodle.com

Profile

agelkas Κώστας Καστρινός
Πειραιας- Αγγελόκαστρο
Το προφίλ μου

website counter

Ημερολόγιο

Ιανουάριος 2012
ΚΔΤΤΠΠΣ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031    

Tags

Τα πνευματικά δικαιώματα των γραπτών μου είναι κατοχυρωμένα.
Powered by pathfinder blogs